Δίκτυο Πράσινων Αυτοδιοικητικών: Ενεργειακή μετάβαση χωρίς τους Δήμους και τις τοπικές κοινωνίες δεν γίνεται
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ’ 694/19.08.2026, επιχειρεί να καθορίσει για τα επόμενα χρόνια με λανθασμένο τρόπο τους όρους με τους οποίους θα αναπτυχθούν οι ΑΠΕ στον ελληνικό χώρο.
Το Δίκτυο των Πράσινων Αυτοδιοικητικών υπερασπίζεται την Πράσινη Ενεργειακή Μετάβαση και την προώθηση των ΑΠΕ, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει ούτε άνευ όρων, ούτε με εμπορικούς όρους, ούτε μέσα σε ένα οργανωτικό χάος.
Η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Δεν μπορεί όμως να σχεδιάζεται ως μια διαδικασία που αποφασίζεται κεντρικά και στη συνέχεια να εφαρμόζεται στις πόλεις, στα χωριά, στα βουνά και στα νησιά, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή εκείνων που ζουν σ΄αυτές τις περιοχές.
Επιπλέον με τις μεταβατικές διατάξεις του Νέου Χωροταξικού, τα έργα ΑΠΕ που βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης, ακόμα και πολύ πρώιμης, υλοποιούνται σύμφωνα με το παλαιό θεσμικό καθεστώς. Πρόκειται δηλαδή για τη συνέχιση του χάους της προβληματικής χωροθέτησης ΑΠΕ, η οποία προκάλεσε σειρά νομικών αγώνων από τις τοπικές κοινωνίες και αντίστοιχη ανασφάλεια σε πολλές επιχειρήσεις.
Άλλο διαβούλευση και άλλο θεσμικά κατοχυρωμένη συνδιαμόρφωση.
Στο νέο Ειδικό Χωροταξικό δεν διαμορφώνεται ένας σταθερός μηχανισμός μέσα από τον οποίο οι Δήμοι και οι τοπικές κοινωνίες συμμετέχουν ουσιαστικά στη λήψη των αποφάσεων για τη χωρική ανάπτυξη των ΑΠΕ στην περιοχή τους.
Αντίθετα, το Πλαίσιο καθορίζει από το κεντρικό επίπεδο Περιοχές Καταλληλότητας, Περιοχές Προτεραιότητας, Περιοχές Επιτάχυνσης, περιοχές αποκλεισμού, ποσοστά φέρουσας ικανότητας και κανόνες χωροθέτησης, ενώ ο υποκείμενος σχεδιασμός των Περιφερειών και των Δήμων καλείται στη συνέχεια να εναρμονιστεί με αυτές τις επιλογές.
Χαρακτηριστικά, για τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια προβλέπεται ότι δεσμεύονται από τις ρυθμίσεις του Ειδικού Χωροταξικού και μπορούν να τις τροποποιήσουν μόνο όταν το ίδιο το ΕΧΠ παρέχει ρητά αυτή τη δυνατότητα. Αντίστοιχα, τα Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια των Δήμων οφείλουν να εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις του.
Έτσι όμως δημιουργείται σοβαρό δημοκρατικό και αυτοδιοικητικό έλλειμμα:
οι Δήμοι καλούνται κυρίως να εξειδικεύσουν έναν ήδη αποφασισμένο σχεδιασμό και όχι να συμμετάσχουν ισότιμα στη διαμόρφωσή του.
Η συμμετοχή πρέπει να προηγείται της χωροθέτησης.
Οι κάτοικοι πρέπει να έχουν λόγο:
- στον προσδιορισμό των περιοχών ανάπτυξης ΑΠΕ,
- στην εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας μιας περιοχής,
- στην προστασία του τοπίου και της βιοποικιλότητας,
- στην αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων,
- στις προτεραιότητες σύνδεσης με τα δίκτυα,
- και κυρίως στο ποιος ωφελείται οικονομικά και κοινωνικά από την αξιοποίηση των τοπικών ενεργειακών πόρων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η απουσία ουσιαστικής χωρικής πρόβλεψης υπέρ των Ενεργειακών Κοινοτήτων, των Δήμων και των τοπικών συνεργατικών σχημάτων.
Το νέο ΕΧΠ καθορίζει διαθέσιμο χώρο και ανώτατα ποσοστά εδαφικής κάλυψης για αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα. Δεν κατοχυρώνει όμως ένα τμήμα αυτής της χωρικής ή ενεργειακής δυνατότητας για έργα κοινωνικής και δημοτικής ιδιοκτησίας.
Αυτό δημιουργεί έναν πραγματικό κίνδυνο: η διαθέσιμη φέρουσα ικανότητα μιας περιοχής να δεσμευθεί από μεγάλες επενδύσεις και, όταν ένας Δήμος ή μια τοπική Ενεργειακή Κοινότητα θελήσει να αναπτύξει το δικό της έργο, να μην υπάρχει πλέον διαθέσιμος χώρος ή δυνατότητα ανάπτυξης.
Ποιο είναι το ενεργειακό μοντέλο που προτείνουμε.
Η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική, με σαφείς προτεραιότητες και ενιαίο σχεδιασμό. Πρώτο βήμα πρέπει να είναι η αξιοποίηση του ήδη δομημένου χώρου: φωτοβολταϊκά σε στέγες, δημόσια κτίρια, επιχειρήσεις, χώρους στάθμευσης και άλλες κατάλληλες επιφάνειες, με ενίσχυση της αυτοπαραγωγής, της αυτοκατανάλωσης και των ενεργειακών κοινοτήτων. Η ενέργεια πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να παράγεται κοντά στον τόπο όπου καταναλώνεται, χωρίς η παραγωγική αγροτική γη και οι ευαίσθητες φυσικές περιοχές να αποτελούν την εύκολη λύση.
Οι μεγάλες εγκαταστάσεις ΑΠΕ πρέπει να ακολουθούν και όχι να προηγούνται του ενεργειακού σχεδιασμού. Νέα ισχύς πρέπει να προστίθεται μόνο όταν υπάρχουν τα αναγκαία δίκτυα και δυνατότητες αποθήκευσης, ώστε να περιορίζονται οι περικοπές παραγωγής. Οι στρατηγικές υποδομές πρέπει να παραμένουν υπό δημόσιο έλεγχο και με απόλυτο σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον.
Η επιτυχία δεν μπορεί να μετριέται μόνο σε εγκατεστημένα MW. Πρέπει να μετριέται σε καθαρή ενέργεια που πραγματικά αξιοποιείται, σε μείωση των ορυκτών καυσίμων, σε χαμηλότερο κόστος για τους πολίτες και σε μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση. Παράλληλα, απαιτούνται λογοδοσία και αυτοκριτική για τις επιλογές που οδήγησαν στο σημερινό μοντέλο.
Χρειάζεται ένας ανοιχτός ενεργειακός χωροταξικός χάρτης
Το ίδιο το νέο ΕΧΠ αναγνωρίζει ουσιαστικά ότι το σύστημα δεν ολοκληρώνεται με το ΦΕΚ.
Στο άρθρο 29 προβλέπει τη δημιουργία εθνικού γεωγραφικού συστήματος πληροφοριών (GIS), με συνεχή καταγραφή της χωρικής ανάπτυξης των ΑΠΕ, επικαιροποίηση των περιοχών αποκλεισμού και δημιουργία γεωχωρικών εργαλείων για κάθε Περιφέρεια.
Το Δίκτυο Πράσινων Αυτοδιοικητικών θεωρεί ότι το εργαλείο αυτό πρέπει να είναι δημόσιο, ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους.
Κάθε Δήμος και κάθε πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει σε πραγματικό χρόνο πού υπάρχουν ήδη έργα και άδειες ΑΠΕ, ποια είναι η εναπομένουσα φέρουσα ικανότητα, ποιες περιοχές αποκλείονται, ποια είναι τα διαθέσιμα δίκτυα και ποιες περιοχές μπορούν να διατεθούν κατά προτεραιότητα σε ενεργειακές κοινότητες και έργα αυτοπαραγωγής.
Το Δίκτυο Πράσινων Αυτοδιοικητικών προτείνει:
Τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικής συμμετοχής των Δήμων και των τοπικών κοινωνιών κατά τον προσδιορισμό και την εξειδίκευση των περιοχών ανάπτυξης και επιτάχυνσης ΑΠΕ.
Τη δημιουργία ανοιχτού Εθνικού Ενεργειακού Χωροταξικού Χάρτη, στον οποίο θα αποτυπώνονται έργα, άδειες, περιοχές αποκλεισμού, φέρουσα ικανότητα και διαθέσιμος ενεργειακός χώρος με Ανοιχτά Δεδομένα.
Τη θεσμοθέτηση δεσμευμένου ενεργειακού χώρου και ηλεκτρικής ισχύος για Ενεργειακές Κοινότητες πολιτών και ΟΤΑ, πριν από την εξάντληση της διαθέσιμης φέρουσας ικανότητας από μεγάλα επενδυτικά έργα.
Την υποχρεωτική αξιολόγηση των σωρευτικών περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων σε επίπεδο Δήμου και ευρύτερης χωρικής ενότητας και όχι μόνο την αποσπασματική αξιολόγηση κάθε έργου.
Την προτεραιότητα στην μικρή και αποκεντρωμένη παραγωγή, στην αποταμίευση και στον δημόσιο χαρακτήρα των μεγάλων υποδομών.
Και, τέλος, τη θεσμοθέτηση πραγματικών μηχανισμών τοπικής ανταποδοτικότητας και τοπικής συμμετοχής στην ιδιοκτησία των έργων, ώστε η παραγωγή καθαρής ενέργειας να αφήνει διαρκές κοινωνικό, περιβαλλοντικό και οικονομικό όφελος στις περιοχές που τη φιλοξενούν.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι μια νέα μορφή συγκεντρωτικής και εμπορικής εκμετάλλευσης του χώρου.
Χρειαζόμαστε περισσότερες ΑΠΕ, αλλά χρειαζόμαστε και περισσότερη δημοκρατία στην ενέργεια.
Η ενεργειακή μετάβαση θα είναι κοινωνικά δίκαιη και αποδοτική μόνο εάν είναι αποκεντρωμένη, συμμετοχική και κοινωνικά ελεγχόμενη.
